ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΕ. ΔΕ ΡΩΤΑΓΕ.

– Πάψε μάνα να κλαις. Δεν έκανα και κανένα έγκλημα.

Αθανάσιος Τσαρδακλής– Αχ παιδάκι μου έβαλες φωτιά στα σωθικά μου. Τι ήθελες και είπες το ναι; Τι ήθελες και υπόγραψες εκείνο το χαρτί; Δεν σου ‘πα εγώ και ο μπαμπάς σου να είσαι δύσπιστος; Να μην πιστεύεις εύκολα ό,τι ακούς; Δεν σου ‘χουμε πει ότι πάντα να ρωτάς, όταν πρόκειται να αποφασίσεις για το μέλλον σου; Δεν γνωρίζεις ότι για να πάρεις μια δύσκολη απόφαση πρέπει να την τραινάρεις;

Σε λίγο μπαίνει κι ο μπαμπάς στο σπίτι

– Γεια σας. Τι μούτρα είναι αυτά; Τι συμβαίνει;
– Μπαμπά με πήρε τηλέφωνο η ιδιαιτέρα του βουλευτή και μου είπε ότι έρχεται ο βουλευτής να με δει. Βρεθήκαμε και με πίεσε να δεχθώ να με κάνει υπάλληλο. Τον ρωτώ τι δουλειά θα κάνω και μου λέει: Ότι κάνουν και οι άλλοι. Του λέω έχουμε δουλειά δε θέλω. Αυτός επέμενε, θα φοράς λέει, καθαρό πουκάμισο, τα χέρια σου δε θα έχουν ρόζους και κάλλους, όπως τώρα, θα φοράς μπρύλ –κρήμ και θα μυρίζεις όμορφα. Το καλοκαίρι θα παίρνεις την άδειά σου και θα πηγαίνεις διακοπές και όταν βγαίνεις στην πλατεία τα κορίτσια θα τρέχουν ξωπίσω σου για να τα προσέξεις. Όλες θέλουν να φύγουν από τους μπασμάδες και συ θα επιλέξεις την καλύτερη. Εδώ – μπορώ να πω – μπαμπά με τούμπαρε. Όμως πάλι δεν είπα το ναι. Τότε ο βουλευτής μου λέει: Μην είσαι κορόιδο αν δεν πεις το ναι θα πάω παρακάτω και θα προτείνω το Γιώργη τον Περικοκλάδα. Μ’ έπιασαν οι ζήλιες μου και είπα το ναι. Τότε μου ‘δωσε κι ένα χαρτί να υπογράψω. Από αύριο μου λέει θα είσαι ο κύριος υπάλληλος.
O Στέργιος Αστροπελέκης – περί αυτού πρόκειται –βγήκε μια βόλτα για το καφενείο να αποχαιρετίσει τους φίλους του. Εκεί έμαθε ότι ο βουλευτής διόρισε άλλους πέντε. Του ‘φυγε ένα βάρος από μέσα του και το ανέφερε στους γονείς του.
Έ, ρε μάνα σταμάτα τα μοιρολόγια. Λες και μπήκαν στο σπίτι οι μοιρολογίστρες των Τρωάδων του Ευριπίδη. Άλλοι πέντε είναι από το χωριό μας που υπόγραψαν όπως εγώ το χαρτί του διορισμού.
Η μάνα του Στέργιου απαρηγόρητη και δικαιολογημένα. Είχε ακούσει παλιά γα μια πλατεία Κλαυθμώνος. Αυτή η πλατεία, μ’ αυτό το όνομα δεν έβγαινε με τίποτα από το μυαλό της. Τον καημό της τον πήρε μαζί της στον τάφο.
Η απορία για το χάσμα των γενεών έμεινε στο μυαλό του Στέργιου μέχρι της αφίξεως των εκπροσώπων της τρόικας. Όταν πήρε όμως την απόλυση ο γιός του από την υπηρεσία, ένεκα εθνικών αναγκών, τότε πήγε στην πλατεία Κλαυθμώνος.
Ένας περιπτεράς τον ενημέρωσε γιατί την ονομάσανε έτσι. Τότε ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Δεν ήξερε, δεν ρώτησε. Κι όμως πολλές φορές η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά φεύ ως τραγωδία.
Νιγρίτα 21-11-2014
Αθαν. Παν. Τσαρδακλής