Τα δημοκρατικά δικαιώματα στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία Του Δημήτρη Ζάχου Επίκουρου καθηγητή ΠΤΔΕ-ΑΠΘ

Τα τελευταία χρόνια, σε παγκόσμιο επίπεδο, ολοένα και αυξάνει ο αριθμός των πολιτών που εμφανίζονται απογοητευμένοι από τη λειτουργία των σύγχρονων αστικών δημοκρατιών. Η τάση αυτή καταγράφεται στα διαρκώς αυξανόμενα ποσοστά της αποχής στις εθνικές και τοπικές εκλογές, καθώς και στην σημαντική μείωση του αριθμού των μελών των κομμάτων. Μια άλλη ένδειξη δυσαρέσκειας και δυσπιστίας προς τα κοινοβούλια, τις κυβερνήσεις και γενικότερα προς το πολιτικό σύστημα φαίνεται και στα αποτελέσματα σχετικών δημοσκοπήσεων.
Αντίθετα, αυξάνονται οι άνθρωποι που συσπειρώνονται σε μονοθεματικά κινήματα (περιβαλλοντικά ζητήματα τοπικού χαρακτήρα, οικονομικά ζητήματα που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες του πληθυσμού κα) ή αποσύρονται από την ενεργό πολιτική δράση. Αυξάνονται όμως και όσοι/ες υποστηρίζουν κόμματα και άτομα, ενίοτε χωρίς πρωθύστερη πολιτική εμπειρία, τα οποία καταγγέλλουν τη διαφθορά των «επαγγελματιών» πολιτικών και αυτοπροσδιορίζονται ως αντίθετοι στο «κατεστημένο σύστημα εξουσίας».

Μια σημαντική μερίδα αναλυτών αποδίδει το συγκεκριμένο φαινόμενο στην αυξανόμενη καχυποψία των ψηφοφόρων απέναντι στις πολιτικές ελίτ. Ορισμένοι μάλιστα αναζητούν και μια «κριτική» διάσταση, αφού θεωρούν ότι οποιαδήποτε αναταραχή και αμφισβήτηση του συστήματος έχει θετικό πρόσημο.

Οι παραπάνω ερμηνείες αποτυγχάνουν -κατά τη γνώμη μας- να «δουν» τους κινδύνους που δημιουργούνται για μια σειρά από ελευθερίες και δικαιώματα που καταχτήθηκαν μετά από μακροχρόνιους και επώδυνους αγώνες. Γιατί η όποια αμφισβήτηση και κριτική προέρχεται από κινήματα που προβάλλουν ένα δήθεν «αντισυμβατικό προφίλ», γίνεται συνήθως από οπισθοδρομικές απόψεις και ανορθολογικές θέσεις. Είναι ξεκάθαρο ότι το αιτούμενο της «νέας παγκόσμιας επανάστασης» (Ν. Farage) δεν είναι το βάθεμα της δημοκρατίας και το αίτημα μιας καλύτερης κοινωνίας. Είναι ένα μοντέλο διακυβέρνησης με ισχυρές δόσεις αυταρχισμού, κυνισμού και κοινωνικού δαρβινισμού. Τα «νέα και άφθαρτα» κόμματα, κινήματα και σωτήρες υιοθετούν, σε νέο περιτύλιγμα, παλιές προτάσεις της ακροδεξιάς. Άλλοτε με ξεκάθαρο και άλλοτε με καλυμμένο τρόπο επιδιώκουν την καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών και την εδραίωση των κοινωνικών ανισοτήτων και ιεραρχιών. Ο χαρακτήρας τους γίνεται φανερός στον τρόπο που αναλύουν και ερμηνεύουν την οικονομική κρίση: Οι οικονομικοκοινωνικές δομές που γεννούν και αναπαράγουν τις ανισότητες αγνοούνται. Οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις περιορίζονται στις εθνικές και στις πολιτισμικές. Η κρίση είναι αποτέλεσμα πρωτίστως ξένων συμφερόντων, τα οποία επιβουλεύονται το -κατά περίπτωση- μοναδικό έθνος και δευτερευόντως οφείλεται στους/στις διεφθαρμένους και εξωνημένους/ες πολιτικούς μας.

Η ρητορική των εν λόγω κινημάτων, επιδιώκει να αξιοποιήσει το κλίμα γενικευμένης οικονομικής ανασφάλειας, καθώς και τις φοβίες, τα στερεότυπα και τις εδραιωμένες αντιλήψεις ανθρώπων που εδώ και μια περίπου δεκαετία πλήττονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- από την κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Χρησιμοποιώντας περιορισμένο λεξιλόγιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται «εκφράσεις του συρμού», ευκολόπεπτα σλόγκαν και απλοϊκά μηνύματα (καλό – καλό, δικό μας – άλλος/η) και πατώντας πάνω στα εθνικιστικά αντανακλαστικά του ακροατηρίου τους, οι νέοι/ες αυτόκλητοι/ες σωτήρες διογκώνουν τις διαφορές ταυτότητας, θρησκείας και πολιτισμού και καλλιεργούν την ξενοφοβία, την αποστροφή στη διαφορετικότητα, τη μισαλλοδοξία και το ρατσισμό.
Η δημαγωγική τακτική τους φαίνεται όμως πως έχει αποτελέσματα: Τα λαϊκίστικα ακροδεξιά κόμματα αυξάνουν την επιρροή τους σε αρκετές χώρες, σε ορισμένες από τις οποίες διεκδικούν την εξουσία. Όμως και ορισμένες από τις θέσεις τους, φαίνεται πώς έχουν απήχηση σε ευρύτερα ακροατήρια, σε ανθρώπους που δηλώνουν ότι υποστηρίζουν άλλα κόμματα και φορείς. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι αυξάνουν -σύμφωνα με σχετικές έρευνες- οι άνθρωποι που είναι διατεθειμένοι/ες να «ανεχθούν» -αν δεν υποστηρίζουν ανοιχτά- τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων στο βωμό ενός προγράμματος που υπόσχεται πώς θα βελτιώσει τις συνθήκες της διαβίωσής τους.

Η υγιής λειτουργία της δημοκρατίας και η εμβάθυνσή της εξαρτάται από την ενεργό συμμετοχή στα κοινά. Παθητικότητα και απολίτικη στάση θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνον τις διεθνείς συνθήκες που κατοχυρώνουν το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια, αλλά και την αποδοχή και ανοχή απέναντι στους/στις αντιπάλους και στους/στις διαφορετικούς/ές ανθρώπους, τις ατομικές ελευθερίες, καθώς τη δημοκρατία στην καθημερινή ζωή.