Το υπουργείου Παιδείας και τα πάθη του Ελληνικού λαού

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η προκοπή ενός τόπου εξαρτάται από την παιδεία του, την ειδική, νοουμένη ως εκπαίδευση εκμάθηση δηλαδή των απαραιτήτων γνώσεων και πρακτικών που καθιστούν δυνατή την άσκηση ενός επαγγέλματος, και τη γενική, εκείνη δηλαδή που αποκτά κάποιος επειδή το λαχταρά, το επιθυμεί διακαώς, από χόμπι.

Η μεν πρώτη παιδεία ευνόητο είναι ότι εξασφαλίζει τα απαραίτητα για έναν αξιοπρεπή βίο, ανεξάρτητο από τις επιχορηγήσεις του των γονέων ή κάποιων άλλων συγγενών ή ―σπανίως― φίλων, η δε δεύτερη καλύπτει ευχάριστα τον ελεύθερο χρόνο, κατά μόνας, χωρίς να είναι απαραίτητη η μετάβαση και παραμονή σε κάποιο χώρο κοινής διασκέδασης επί ώρες και μάλιστα εργάσιμες μέρες, περίπου 10.00 π.μ. – 14.00 και πάλι το απόγευμα έως τις πρώτες πρωινές ώρες ή ώς τα ξημερώματα. Όποιος συνδυάζει τις δύο μορφές παιδείας είναι ανεξάρτητος από πολλές απόψεις.

Λέγεται ότι η Ιαπωνία διέθεσε το 30% της βοήθειας που έλαβε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για την παιδεία και κατόρθωσε ν’ αναδειχθεί σε δεύτερη ώς πριν από λίγους μήνες οικονομική δύναμη του πλανήτη μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εντελώς πρόσφατα όμως εκτοπίστηκε από τη δεύτερη θέση από την Κίνα, που χρησιμοποιεί, ως γνωστόν, απάνθρωπες εργασιακές σχέσεις. Αλλά και πολλά κράτη της Ευρώπης, όπως πρώτη και καλύτερη η Γερμανία, οργάνωσαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που και επαγγελματική εκπαίδευση να παρέχει και ανώτατη εκπαίδευση αξιοζήλευτη. Στο βάθος όλων αυτών των προσπαθειών υπάρχει μία φιλοσοφική αρχή: η καταξίωση της εργασίας οποιασδήποτε έντιμης μορφής. Ο διαχωρισμός της έντιμης εργασίας σε ανώτερη και κατώτερη αποτελεί τη βάση κάθε κακού και προπάντων για χώρες σαν την Ελλάδα, που δεν παρέχουν πολλές και ποικίλες ευκαιρίες εργασίας, π.χ. πρόσληψη σε εργοστάσια, όπως η Siemens, που, ανεξαρτήτως των σκανδάλων, διαθέτει τόσους ερευνητές όσους άλλες χώρες μαζί.

Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι επιβάλλεται να υπάρχει μία στρατηγική παιδείας σε βάθος χρόνου, σχεδιασμένη ―ει δυνατόν― απ’ όλα τα κόμματα, κοινοβουλευτικά και μη. Οι εκπρόσωποι των κομμάτων οφείλουν να λάβουν πρώτα υπόψη την ελληνική πραγματικότητα, τις δυνατότητες άμεσης ή έμμεσης εξέλιξης αυτής της πραγματικότητες σε πιο προηγμένες μορφές παραγωγής, το διεθνές ―κοντινό καταρχάς― περιβάλλον και με βάση και άλλους παράγοντες να σχεδιάζουν τη μορφή και το μέλλον της εκπαίδευσης. Αυτή η εκπαίδευση πρέπει απαρεγκλίτως να οδηγεί στην κατά το δυνατόν ευτυχέστερη ζωή των κοινωνών αυτής, σύμφωνα με το «ευδαιμονιστικό αξίωμα», κατά το οποίο όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν την ευδαιμονία ή ευτυχία. (Κατά τον Αριστοτέλη δεν συμπίπτουν απόλυτα οι δύο έννοιες).

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, που το 1931 διαδέχθηκε τον Κ. Γόντικα στο Υπουργείο Παιδείας, όπως και στο προηγούμενο άρθρο έγραψα, δεν ασχολήθηκε με τη Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση, με τις οποίες είχε ασχοληθεί ο προκάτοχός του, αλλά διαβουλεύτηκε με τα κόμματα για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Ο Κ. Καραμανλής στις 14-6-1957 συνέστησε Επιτροπή για την Παιδεία και τα ονόματα έγιναν γνωστά. Δεν γνωρίζω αν μετά από πρόταση του Παπανούτσου συνεστήθη Επιτροπή για τη μεταρρύθμιση του 1964, διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαν αποφευχθεί ίσως λάθη, που αντί να διορθωθούν έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης και οι τροποποιήσεις δεν έγιναν από την Κυβέρνηση των Αποστατών, ώσπου η Χούντα με τον Α.Ν. 129/1967 έθεσε ταφόπετρα στην μεγάλη εκείνη μεταρρύθμιση.

Αλλά και η Χούντα συνέστησε Επιτροπή για την Ανώτατη Εκπαίδευση και τα ονόματα ανακοινώθηκαν. Πολύ δε περισσότερο έγιναν γνωστά τα ονόματα της Επιτροπής Δ. Τσάτσου και Ευρυγένη, ασχέτως αν η Νέα Δημοκρατία δεν αποδέχτηκε τις προτάσεις, ενώ το ΕΔΠ πρόβαλε ένα αστείο επιχείρημα, ότι δηλαδή απορρίπτει τις προτάσεις γιατί δεν ερωτήθηκε. Πριν τρεις-τέσσερις περίπου μήνες τηλεφώνησα στο Γραφείο της Υπουργού Διαμαντοπούλου και, αφού είπα την ιδιότητά μου και ότι αρθρογραφώ, ζήτησα επιμόνως να μού κλείσουν ένα τηλεφωνικό ραντεβού με την Υπουργό. Η απάντηση ήταν ότι η Υπουργός δεν δέχεται πολίτες ούτε σε προσωπική βάση, γιατί διαβουλεύεται. Το ερώτημα κάθε πολίτη είναι με ποιους διαβουλευόταν και ποια ήταν τα εχέγγυα αυτών, ώστε να παράσχουν έγκυρες απόψεις για το μέλλον του έθνους.

Ο Γ. Ράλλης στις αρχές του 1976 ορθά συνέλαβε το πρόβλημα της παιδείας και, εκτός από την καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης αλλά και στη Διοίκηση, απέδωσε μεγάλη σημασία στην επαγγελματική εκπαίδευση. Τις απόψεις μου επί του θέματος αυτού ανέπτυξα σε άρθρο μου στις 8-3-2009. Θεωρώ, ωστόσο, ότι η εννεαετής εκπαίδευση είναι αρκετή ως υποχρεωτική εκπαίδευση. Αν δεν υπάρχουν εξετάσεις, εύκολες βέβαια, από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, παρέχεται σ’ όλους η εντύπωση ότι μπορούν να πάνε στο Πανεπιστήμιο ―εξωθούνται άλλωστε από τους γονείς, γιατί έχει απαξιωθεί (λάθος μέγα) η χειρωνακτική και τεχνική εκπαίδευση. Αυτό έχει ως συνέπεια την παραπαιδεία, την οικονομική αφαίμαξη των οικογενειών και ―το χείριστο πάντων― τη δυστυχία διά βίου των νέων και μετέπειτα ενήλικων πολιτών.

Άκουσα τον πρώην Υπουργό Ευρ. Στυλιανίδη σε τηλεοπτική εκπομπή και τη σημερινή Υπουργό Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου στις 26-8-2010 να λένε ότι στην Ευρώπη γενικά υπάρχει η τάση να είναι εύκολη η πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αυτό συμβαίνει και ίσως είναι ορθό ―κατά τη γνώμη μου δεν είναι― για χώρες που οι πτυχιούχοι έχουν και άλλες διεξόδους. Για την Ελλάδα είναι έγκλημα εις βάρος της νέας γενιάς. Στην Υπουργό Άννα Διαμαντοπούλου ανήκει το ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ και θα γραφεί στην ιστορία ότι λόγω των άστοχων ―για να μην πω ειρωνικά «σοφών»­― νομοθετικών ρυθμίσεών της εισήχθη υποψήφιος στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση με βαθμό 0,9. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ Υπουργού Παιδείας. Αντί λοιπόν να «ανασχηματισθεί», τής δόθηκε και αναπληρώτρια Υπουργός, η Φώφη Γεννηματά, που παρά τον σεβασμό που τρέφω στο όνομά της, κυρίως στη μνήμη του αειμνήστου πατέρα της, ας μου επιτραπεί να εκφράσω την αμφιβολία μου για την επιτυχία της στα νέα της καθήκοντα. Λάθος κατεύθυνση!!! Αλλά, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες, ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσιν.

Το συμπέρασμα που αβίαστα συνάγεται είναι ότι από τις λαθεμένες πολιτικές του Υπουργείου Παιδείας υποφέρει ο ελληνικός λαός και οι πολιτικές αυτές, που είναι όχι απλώς ενός κόμματος εξουσίας, αλλά ενός ατόμου, Υπουργού, είναι από τις βασικές αιτίες που η πλειονότητα των Ελλήνων εξαθλιώνεται και η Ελλάδα έχει καταστεί περίγελως του κόσμου.

ΧΡΙΣΤΟΣ Α. ΤΕΖΑΣ

Καθηγητής Πανεπιστημίου