Ανθοκήπιον τέχνης του λόγου

«Και να πάλι που του ’ριξε το ίδιο πλάγιο βλέμμα, τώρα μόλις, λίγο πριν βγει από την κάμαρα. Έτσι όπως εχτές, όπως τις τελευταίες τούτες μέρες, την ώρα που τον θαρρούσε σκυμμένο στο βιβλίο, τον ξανακοίταξε και τώρα και φαινότανε συλλογισμένο το μέτωπό της και πικραμένο το χείλι της.

Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, Το φορτηγό για τις Αντίλλες

[…]-Ναι, Άγγελε – σκέφτηκα. Ταξίδεψες στο Άντεν. Όπως όλοι εμείς που φεύγουμε για ξένες χώρες. (Θυμάσαι τον παλιό καιρό που λέγαμε για το Παρίσι; Το χειροπιαστό, σχηματοποιημένο, πασίγνωστο Παρίσι; Χιλιοτυπωμένα, χιλιοπατημένα κατατόπια. Το βρίσκεις μέσα σ΄ όλους τους

[…] « Όλο περπατούσανε προς τον Βορρά.

Η στολή που του δώσανε να φοράει ήτανε φαρδιά πάνω του. Όσο εκείνος αδυνάτιζε, μέρα με τη μέρα, η στολή φάρδαινε και βάραινε λες κι αυτό το σκληρό ύφασμα, στο χρώμα του νταγκωμένου λαδιού, να ‘χε κακία. Να το ‘βαλε πείσμα να τον αφανίσει μέσα του.

Ο άγιος της μοναξιάς

[…] «Mandeville Hotel», Λονδίνο, πάλι 26 Νοεμβρίου, 1991, ώρα οχτώ και κάτι το πρωί. Όπως στις τελευταίες και προτελευταίες συζυγικές διακοπές σε Χαλκιδική και Κρήτη, η Στέλλα παρατηρούσε τα ζευγάρια που είχαν κατέβει για το πρωινό τους.

Γιάννη Καλπούζου, Ιμαρέτ, στη σκιά του ρολογιού

«Τρεις ειδήσεις πήγαν σε μία ημέρα στον Σουλεϊμάν μπέη. Τη Δευτέρα στις οχτώ η ώρα ο μπέης μοίραζε χρήματα και φισέκια. Ω σύντροφοι! Είναι αλήθεια, μα την πίστη μου, ότι όποιος γεννήθηκε ν’ αποθάνει…» μετέφρασε ο αλβανός στρατιώτης και συνέχισε λέγοντας για τον πόνο του Σουλεϊμάν μπέη, ο οποίος θρηνούσε το θάνατο των τριών παιδιών του, γιατί αυτές ήταν οι τρεις ειδήσεις που του πήγαν.

«Η αδελφή των Κοντραίων έπεσε σε βαρύ σφάλμα».

«Η αδελφή των Κοντραίων έπεσε σε βαρύ σφάλμα. Αγάπησε με όλη την τρέλα των εικοσιδυό της χρόνων τον Κωστάκη Ντούφη και του παραδόθηκε μια χειμωνιάτικη βραδιά κάτω εκεί σε κάποιαν απόμερη γωνιά του Κάστρου. Όταν αισθάνθηκε το σφάλμα της αξίωσε απ’ τον Κωστάκη μέσα σε οχτώ μέρες να την ζητήσει απ’ τ’ αδέλφια της.