Ένα Μεσημέρι Αλλιώτικο

Μεσημέρι στήν κεντρική πλατεία τής μικρής μας πόλης, η κίνηση σχεδόν ανύπαρκτη καί μόνο η κυκλοφορία μερικών αυτοκινήτων θύμιζε ότι δέν είναι μία έρημη πόλη. Όμως στην μικρή ταβέρνα με τα λιγοστά τραπεζάκια, μια παρέα συγχωριανών κάποιας περασμένης ηλικίας, απολάμβαναν το πατροπαράδοτο τσίπουρο, συνοδευόμενο από αρκετούς εκλεκτούς μεζέδες. Η συζήτηση για τοπικά κυρίως θέματα γεωργικού και όχι μόνον ενδιαφέροντος είχε πάρει από ώρα πρίν, την χαρακτηριστική για την περίσταση ζωηρή τροπή. Διαφωνίες και αντιπαραθέσεις, δημιουργούσαν ζωτικό χώρο στον χρόνο για τη συνέχεια της συζητήσεως, μέ εναλλαγές από τις ποιό σοβαρές, στις ποιό ελαφριές άρα και ποιό ευχάριστες θεματολογίες. Φυσικά το ποιόν και το είδος της συζητήσεως, τό κατεύθυνε κυρίως, η επίδραση  τού τσίπουρου με την ευεργετική ευεξία στις διαθέσεις τού μυαλού των συνδαιτυμόνων. Το κέφι της παρέας συνεχώς ανέβαινε, με αποτέλεσμα και οι εντάσεις, καλοπροαίρετα πάντοτε, να έχουν και αυτές την ανοδική τους πορεία Συνήθως η θεματολογία των ηλικιωμένων  περιστρέφεται γύρω από ποικίλα γεγονότα τού παρελθόντος, πού ανεξίτηλα έχουν χαραχθεί στην αλώβητη ακόμη από τον χρόνο μνήμη τους. Έτσι ένας από την παρέα εξιστόρησε με αφετηρία την από λίγες ημέρες, εκδήλωση μνήμης για τό ζοφερό γεγονός της αποτρόπαιης  σφαγής άνω των χιλίων πεντακοσίων ατόμων, κυρίως αμάχων, της Νιγρίτας και της ευρύτερης περιφέρειας τον Ιούνιο τού 1913, από τις βαρβαρικές εχθρικές τότε Βουλγαρικές ορδές. Όπως ακριβώς τού τα διηγούνταν ό πατέρας του και ό παππούς του, σύγχρονες των τότε γεγονότων, παρουσίες. Άμαχοι, γέροντες, γυναίκες και παιδιά ακόμη δεν γλύτωσαν από την εγκληματική μανία. Βιασμοί γυναικών και χιλιάδες εμπρησμοί σπιτιών και καταστημάτων έλαβαν χώρα κάτω από την αιμοσταγή και ιδιαιτέρως ειδεχθή διάθεση των κομιτατζήδων και των Βουλγάρων στρατιωτών. Η ακμάζουσα οικονομικά καί σφύζουζα από ζωή Νιγρίτα μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες, σε καπνίζοντα ερείπια και χώρος φρικτός κατακρεουργημένων αθώων θυμάτων. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Παρόμοια καταστροφή έγινε και σε πολλά χωριά της ευρύτερης περιοχής της Βισαλτίας. Ο ελληνικός τύπος και έγκριτος ξένος της εποχής, αδιάψευστοι μάρτυρες, περιέγραψαν με τα μελανότερα  χρώματα την επίγεια εκείνη κόλαση. Κατά τή διάρκεια της εφιαλτικής περιγραφής, ήρθαν στο  νού μου, οι διηγήσεις της γιαγιάς μου Ελένης για την καταστροφή της περιουσίας της οικογενείας Κων. Ρήγα ,παππού μου, όπου σπίτια και μία ανθηρή επιχείρηση επεξεργασίας μεταξιού έγιναν παρανάλωμα τού πυρός. Θυμάμαι ακόμα τις ζοφερές σκηνές πού περιέγραφε για την άτακτη φυγή προς τήν περιοχή του Σωχού κατορθώνοντας έτσι να σώσουν τις ζωές τους . Όση ώρα κρατούσε ή αφήγηση , παρακολουθούσαμε, με τα πρόσωπά μας να σκοτεινιάζουν από συναισθήματα πόνου, θλίψης, αλλά καί θυμού, πού αναδύονταν μέσα από τά εσώψυχά μας.Τήν αναπόφευκτη βουβαμάρα καί τό δυσάρεστο ταξίδι στό παρελθόν διέκοψε καλλίφωνος τής παρέας καί μέλος τής αξιόλογης καί δραστήριας ομάδος  “Επιμένουμε Παραδοσιακά” τραγούδησε ένα από τα υπέροχα παλικαρίσια που και σήμερα ακόμα τέρπουν με το άκουσμά τους τα αυτιά και τις ψυχές πολλών Νιγριτινών και Όχι μόνον.

Η εναλλαγή από στροφή σε στροφή από τούς άλλους εξ ίσου καλλίφωνος , απαράβατος κανόνας αυτής της μουσικής τελετουργίας, συνόδευσαν για αρκετή ακόμη ώρα την ευχάριστη συντροφιά . Το τραγούδι του θρυλικού λαϊκού ήρωα προστάτη φτωχών και κατατρεγμένων, Γκιόργκα, επισφράγισε την λήξη εκείνης της τοπικής παραδοσιακής, κατά

την γνώμη μου, μουσικής πανδαισίες.

 

Αθαν. Δημ.

Ιλαρίδης

 

Υ.Γ..Άφησα τελευταίο τόν επιβεβλημένο σχολιασμό γιά τήν ομάδα τών συμπολιτών μας “Επιμένουμε Παραδοσιακά”λόγω ειδικού βάρους πού απορρέει όχι μόνον από το αξιόλογο έργο αλλά και από την συγκινητική προσπάθεια για να αναδειχθεί κυρίως όμως να

διασωθεί ένας πράγματι μουσικός τοπικός θησαυρός. Θερμά συγχαρητήρια στον εμπνευστή και συντονιστή της ομάδος Δημήτρη Δάπη , όπως και σέ όλους τούς αξιόλογους και  δραστήριους συνεργάτες.

Θερμά τούς ευχαριστούμε.