Ένα μοναδικό ντοκουμέντο σαν σήμερα πριν από 107 χρόνια ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΝΙΓΡΙΤΑΣ ΤΗΣ 17 ΙΟΥΛΙΟΥ 1913 ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΩΝ ΦΡΙΚΑΛΕΟΤΗΤΩΝ

 

Του Βασιλείου

Γιαννογλούδη,

καθηγητή

4 Λυκείου

Σερρών

και Αντιπροέδρου Ε.Μ.Ε.Ι.Σ

 

 

Την Νιγρίτα πολύ πριν εκραγεί ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος, από το Φεβρουάριο του 1913, οι Βούλγαροι αποπειράθηκαν με επανειλημμένους αιφνιδιασμούς να υφαρπάξουν από τους Έλληνες συμμάχους. Κορυφαίο γεγονός στην προσπάθειά τους αυτή ήταν η μάχη στα Πλατανούδια Τερπνής από τις 20-23 Φεβρουαρίου, αλλά αποκρούσθηκαν με απώλειες από τον ελληνικό στρατό που τον συνέδραμαν οι κάτοικοι της περιοχής.

Τότε οι Βούλγαροι μπορεί μεν προσωρινά να υποχώρησαν, αλλά μέσα τους ορκίστηκαν ότι σε κατάλληλη ευκαιρία θα επωφελούνταν για να καταστρέψουν ολοκληρωτικά την ανθηρή ελληνική κωμόπολη.

Και αυτή η δυνατότητα να πραγματοποιήσουν την απειλή τους κατά της Νιγρίτας τους δόθηκε σύντομα. Στις 16 Ιουνίου 1913 (έναρξη του Β΄ Βαλκανικού) παραβίασαν την ουδέτερη ζώνη και χτύπησαν αιφνιδιαστικά Έλληνες και Σέρβους στη Νιγρίτα και στη Γευγελή αντίστοιχα, όπου ήταν ενωμένες οι ελληνικές και σερβικές δυνάμεις, με σκοπό να τους διασπάσει.

Η επίθεση των Βουλγάρων στη Νιγρίτα, που ήταν η απαρχή με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, δεν στέφθηκε υπό της επιτυχίας την οποίαν προϋπολόγισαν οι Βούλγαροι. Η Νιγρίτα και η Γευγελή κατελήφθησαν μόνο για τρεις μέρες γιατί αργότερα υπήρξε η συντονισμένη αντεπίθεση του Ελληνικού και Σερβικού στρατού, αλλά για πολλά χρόνια θα παρέμειναν ανεξάλειπτα τα ίχνη της βραχείας ταύτης κατοχής.

Όλα τα καταστήματα και όλα τα σπίτια της Νιγρίτας λεηλατήθηκαν. Τα πλούσια προϊόντα της αρπαγής, φορτώθηκαν σε στρατιωτικά αμάξια, μεταφέρθηκαν στα Σέρρας. Τα χρηματοκιβώτια βρέθηκαν μετά την φυγή των Βουλγάρων διαρρηγμένα. Πολλοί από τους κατοίκους της Νιγρίτας υποβλήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια από Βουλγάρους στρατιώτες, για να παραδώσουν σε αυτούς όσα χρήματα είχαν. Ηλικιωμένοι/ες που δεν πρόλαβαν ή δεν είχαν δυνάμεις να εγκαταλείψουν την πόλη σκοτώθηκαν ή απανθρακώθηκαν.

Στις 19 Ιουνίου ο ηττημένος βουλγαρικός στρατός πυρπόλησε ολόκληρη τη Νιγρίτα. Να πως περιγράφει ο Δανός δημοσιογράφος de Jessen, ανταποκριτής της «Illustration» και του «Temps» των Παρισίων, στο βιβλίο «Αι Βουλγαρικαί Ωμότητες εν τη Αν. Μακεδονία και Θράκη 1912-1913, Αθήναι 1914», την καταστροφή της Νιγρίτας: «Την εσπέραν της Πέμπτης, τηλεγράφημα του βασιλέως Κωνσταντίνου ανήγγελλεν εις τας εν Θεσσαλονίκη αρχάς, ότι ο ελληνικός στρατός, προελαύνων προς την κοιλάδα του Στρυμόνος βορειοανατολικώς, συνήντησε πλείστα χωρία κατεστραμμένα, και ότι η Νιγρίτα, έχουσα επτακισχιλίους (7.000) κατοίκους, επυρπολήθη ωσαύτως, ο δε πληθυσμός της εσφάγη, συμπεριλαμβανομένων και γυναικών και γερόντων και παιδίων. Ο βασιλεύς επεθύμει, όπως ο ανταποκριτής του Daily Telegraph κ. Albert Trapman, και εγώ, μετεβαίνομεν αμέσως εις Νιγρίταν, προς διαπίστωσιν των γεγονότων εκείνων. Όντως ανεχωρήσαμεν την αυγήν, ολίγον προ της 4ης ώρας, έχοντες προ ημών οδόν πλέον των εκατόν χιλιομέτρων, ην έφιπποι διηνύσαμεν εις δύο ημέρας, διασχίζοντες χώραν, διαταρασσομένην υπό των βουλγάρων κομιτατζήδων, και ης οι κάτοικοι, εν τισι διαμερίσμασι, δεν ετόλμων ν’ απομακρυνθώσι των οικιών, ίνα μεταβώσιν εις τους αγρούς.

Τέλος περί την πρώτην μεταμεσημβρινήν ώραν διεκρίναμεν την Νιγρίταν. Σπεύδομεν ήδη να πλησιάσωμεν την δυστυχή πόλιν. Την Τετάρτην υπήρχεν αυτή ακόμη, πάλλουσα εκ ζωής εργατικής, υπό τας πλατάνους και τας μωρέας αυτής· χθες δε δεν ήτο ειμή πυρά, ης τα φρικώδη λείψανα καλύπτονται διά πτωμάτων. Εκ των 1.450 οικιών, μόνον 49 ορθούνται σήμερον μεταξύ των καταστραφεισών συγκαταριθμείται και η εκκλησία, ης εσίγησαν οι κώδωνες μετά νύκτα πυρός και αιμάτων. Βαδίζουσιν ανά τας οδούς επί λίθων αμαυρωθέντων και οίτινες είναι ακόμη θερμοί· ο αήρ εμολύνθη εκ της δυσωδίας των ημιαποσυντεθειμένων πτωμάτων ανθρώπων τε και ζώων· τα φύλλα των δένδρων και της αμπέλου των αυλών εμαράνθησαν και ημαυρώθησαν. Ο άνεμος εγείρει κονιορτόν υπόφαιον, όστις θολώνει το ρέον ύδωρ του ρυακίου, του διασχίζοντος τον σωρόν των ερειπίων, εις ά μετεβλήθη η προ τριών μόλις ημερών υπάρχουσα Νιγρίτα».

Το παραπάνω βιβλίο αναφέρει ότι «τον πόνον και την οδύνην, αλλά και την αγανάκτησίν του κατά των ολετήρων Βουλγάρων διεδήλωσεν ο λαός της Νιγρίτης εν πανδήμω συλλαλητηρίω συγκροτηθέντι, τη 17η Ιουλίου 1913, παρά τα καπνίζοντα έτι ερείπια της καταστραφείσης πατρίδος. Διά ψηφίσματος διαμαρτύρεται προς τον πεπολιτισμένον κόσμον διά τους φόνους και τας καταστροφάς, εις ας υποχωρών προέβη ο βουλγαρικός στρατός. Καταγγέλλει δε προς τους πεπολιτισμένους λαούς της Ευρώπης και της Αμερικής τους Βουλγάρους ως τους απαισιωτέρους κακούργους, ους ποτέ εγνώρισεν η ανθρωπότης».

Πριν από καιρό σε προσωπική έρευνα μου στην ψηφιακή βιβλιοθήκη εφημερίδων της βουλής των Ελλήνων, ανακάλυψα το πλήρες κείμενο του ψηφίσματος του συλλαλητηρίου της Νιγρίτας που απεστάλη στη διάσκεψη του Βουκουρεστίου, όπου και θα καθορίζονταν τα όρια των Βαλκανικών Κρατών με το τέλος του δευτέρου Βαλκανικού πολέμου, στην εφημερίδα των Αθηνών ΚΑΙΡΟΙ στο φύλλο της 23/7/1913.

Το πλήρες κείμενο της εφημερίδα έχει ως εξής: «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 23 Ιουλίου (A. Π.). Επιβλητικόν συλλαλητήριον συνεκροτήθη την 17 Ιουλίου εις Νιγρίταν προς διαμαρτυρίαν κατά των βουλγαρικών ωμοτήτων. O κ. Ιωαννίδης εξέθηκε τας αγριότητας τας διαπραχθείσας και επέδωκε προς τας αρχάς το εξής ψήφισμα:

«Οι διαφυγόντες εκ Νιγρίτης και των πέριξ χωρίων, καταστραφέντων υπό των Βουλγάρων, επιστρέφοντες εκ του καταφυγίου των εις το οποίον ηδυνήθησαν να διαφύγουν τον βέβαιον θάνατον, συνήλθον σήμερον εις το μέσον των ερειπίων της πόλεως όπως εκφράσουν την αγανάκτησίν των κατά της βαρβαρότητος η οποία δεν δύναται να συγκριθή προς τας αγριωτέρας ωμότητας άλλου βαρβαρικού λαού.

Διαμαρτυρόμεθα ενώπιον του πεπολιτισμένου κόσμου κατά των φόνων και των καταστροφών των διαπραχθεισών υπό των βουλγάρων κατά την υποχώρησίν των και προσκαλούμεν τον πεπολιτισμένον κόσμον να έλθη όπως βεβαιωθή ιδίοις όμμασι περί της θλιβεράς αλήθειας των ατιμώσεων τας οποίας διέπραξαν οι βάρβαροι.

Καταγγέλλομεν εις τους πεπολιτισμένους λαούς της Ευρώπης και της Αμερικής τους αθλίους αυτούς εγκληματίας, τους βεβήλους και απατεώνας της κοινής γνώμης, οι οποίοι εζήτησαν διά ψευδών στατιστικών και δημοσιεύσεων να καταλεχθώσι μεταξύ των μελών της πεπολιτισμένης κοινωνίας της Ευρώπης και παριστώσιν ως Βουλγάρους της Μακεδονίας εκείνους οι οποίοι είναι οι πραγματικοί απόγονοι της αρχαίας Ελλάδος.

Δηλούμεν υπερηφάνως ότι ουδέν κοινόν υπήρχε μεταξύ ημών και των εγκληματιών της Σόφιας, οι οποίοι αποτελούν στίγμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Ζητούμεν όπως εκδιωχθώσι και μηδενεσθώσι πλέον να ζήσουν μετά της ευρωπαϊκής οικογενείας. Δηλούμεν ότι δεν θα δεχθώμεν άλλην λύσιν από την ένωσίν μας μετά της Ελλάδος, της αγαπητής μας πατρίδος και παρακαλούμεν πάντα λαόν πεπολιτισμένον όπως υποστηρίξει χάριν της πρώτης την δήλωσίν μας ταύτην πλησίον των προστατών της γης.

Παρακαλούμεν τας τοπικάς αρχάς όπως διαβιβάσωσι την παρούσαν απόφασίν μας προς τον γενικόν διοικητήν της Μακεδονίας, εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν και τους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων.

Έπονται αι υπογραφαί του Δημάρχου Ιωαν. Αποστόλ[ου], I. Ιωαννίδου, Γ. Κανδήλα, ιερέως Π. Παπαδημητρίου και A. Παπαγεωργίου».