Από τι κινδυνεύουμε σήμερα; Του Δημήτρη Ζάχου Επίκουρου Καθηγητή ΑΠΘ

Μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το όνειδος του ολοκαυτώματος, η διεθνής κοινότητα, μέσω της συλλογικής της έκφρασης (Ο.Η.Ε.), με μια σειρά διακηρύξεις και συνθήκες διατράνωσε την απόφασή της να βαδίσει προς την καθιέρωση οικουμενικών αξιών και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αναγνωρίστηκε δηλαδή σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από τη «φυλή», την εθνικότητα, την εθνότητα, το φύλο, τη θρησκεία τη γλώσσα ή τις αναπηρίες, το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία, στη δουλειά, στην εκπαίδευση, στην ελευθερία της σκέψης και του λόγου.

Παρά τις διακηρύξεις όμως, η ιδεολογία της ανωτερότητας της δικής μας «ομάδας», είτε αυτή είναι η «φυλή» είτε έθνος είτε η θρησκευτική μας κοινότητα, ακόμα και στις φιλελεύθερες δημοκρατίες των οικονομικά αναπτυγμένων δυτικών χωρών φαίνεται ότι δεν καταπολεμήθηκε όπως και όσο θα έπρεπε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα σχολικά βιβλία των περισσότερων κρατών, τα οποία εξυμνούσαν συστηματικά τις αρετές, τις παραδόσεις και τον πολιτισμός τους, ενώ παρουσίαζαν τα άλλα έθνη ως ανήθικα, φαύλα και απολίτιστα.

Μετά την πτώση των κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού και την κατίσχυση της οικονομίας της αγοράς σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, οι «νικητές» υποσχέθηκαν οικονομική πρόοδο και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των λαών. Οι υποσχέσεις αυτές όμως όχι μόνον δεν υλοποιήθηκαν, αλλά οι οικονομικές ανισότητες διογκώθηκαν και οι όροι ζωής -ακόμη και πολλών κατοίκων των αναπτυγμένων δυτικών χωρών- επιδεινώθηκαν. Πολλοί άνθρωποι απογοητεύτηκαν και οργίστηκαν.

Η κατάσταση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την «κοινωνική γαλήνη» και ιδιαίτερα τα συμφέροντα της πολύ μικρής ομάδας που ακόμα και στην περίοδο της οικονομικής κρίσης συσσωρεύει ολοένα και περισσότερο πλούτο (λιγότερο από το 1% του πληθυσμού της γης κατέχει περίπου το 50% του πλούτου της). Γι’ αυτό και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες), τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία ελέγχει η εν λόγω ομάδα, προώθησαν και προωθούν την απορρύθμιση των κοινωνικών δεσμών και των συλλογικών αγώνων και καλλιεργούν συστηματικά το φόβο. Παρέχοντας άφθονο χρόνο σε εθνολαϊκιστές δημαγωγούς και σε ακροδεξιούς κήρυκες του μίσους και της απανθρωπιάς, στοχοποίησαν τις μειονοτικές ομάδες και τις μετέτρεψαν σε σύγχρονους «αποδιοπομπαίους τράγους». Συμβολή στην διάδοση του νέου ρατσισμού είχε και η εξάπλωση του διαδικτύου και ο τρόπος που το εκμεταλλεύτηκαν οι ακροδεξιές ομάδες, καθώς και διάφοροι μάγοι και τσαρλατάνοι που προβάλουν μαγικές και απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα και δύσκολα προβλήματα.

Σαν αποτέλεσμα, η συσσωρευμένη οργή πολλών ανθρώπων για τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις προκάλεσε μεν την πτώση κυβερνήσεων, όπως και την καταβαράθρωση πολλών «παραδοσιακών» κομμάτων εξουσίας, δεν οδήγησε όμως στη χειραφέτηση και στην συλλογική προσπάθεια για τη βελτίωση των όρων και των συνθηκών της διαβίωσης όλων. Αντίθετα, μια μερίδα ανθρώπων, όντας αποξενωμένοι από την πολιτική και τις δημοκρατικές διαδικασίες και εμποτισμένοι από τις θεωρίες συνομωσίας και κάθε είδους ανορθολογισμό, οργισμένοι από τη θέση στην οποία έχουν περιέλθει εναποθέτουν πλέον τις ελπίδες τους σε απίθανους δημαγωγούς και σε ακροδεξιούς εμπόρους της έχθρας και του μίσους. Ακόμα και ένα μέρος της νεολαίας, το οποίο έχει «διαπαιδαγωγηθεί» από τα μιλιταριστικά πρότυπα των τηλεοπτικών ριάλιτι, γοητεύεται από ένα είδος «αντισυστημικού» ριζοσπαστισμού, βασικά στοιχεία του οποίου είναι η αντιδιανόηση, ο φανατισμός και το εθνικιστικό μίσος.

Το νέο περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό για κάποιον/α που προσπαθεί να σκεφτεί κριτικά, ενώ όποιος/α εκφράζει «αιρετικές» θέσεις κινδυνεύει με ψυχολογικό ή ακόμη και φυσικό λιντσάρισμα. Οι εθνολαϊκιστές και οι ακροδεξιοί δημαγωγοί ισχυρίζονται συνήθως, ότι το έθνος ή η θρησκευτική ταυτότητα κινδυνεύει από την παγκοσμιοποίηση, τις οικουμενικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπου έχουν κερδίσει την εξουσία, επικαλούνται την εθνική κυριαρχία καταστρατηγούν τους διεθνείς νόμους και συμβάσεις καταπατώντας τα δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων, των ανθρώπων με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό και των γυναικών. Όπου όμως παράνομες και απάνθρωπες αντιμεταναστευτικές πολιτικές και πράξεις υιοθετούνται ή γίνονται ανεκτές από κυβερνήσεις που υποστηρίζουν ότι σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και μάχονται το ρατσισμό, τα πράματα γίνονται επικίνδυνα. Όπου τα θεσμικά όργανα του κράτους ανέχονται ακροδεξιές συμμορίες να δρουν ανεξέλεγκτα και να βάλλουν ακόμη και εναντίον αθώων παιδιών, τότε οι δημοκρατικές ελευθερίες και θεσμοί, για τις οποίες τόσοι άνθρωποι αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν βρίσκονται σε κίνδυνο.

Εάν όσοι και όσες επιθυμούμε μια καλύτερη κοινωνία δεν αντιδράσουμε, τότε ίσως και η επιστροφή σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης να μην αποτελεί σενάριο κινδυνολογίας ούτε και να είναι τόσο μακριά.