του Βασιλείου Γιαννογλούδη, ιστορικού ερευνητή και αντιπροέδρου της Ε.Μ.Ε.Ι.Σ.

Η 16η Ιουνίου του 1913 είναι η ημέρα της συντονισμένης επίθεσης των βουλγαρικών στρατευμάτων εναντίον των Ελληνικών στη Νιγρίτα και των Σερβικών στη Γευγελή, σηματοδοτώντας την έναρξη του Β΄ Βαλκανικού πολέμου. Οι Βούλγαροι δεν ήταν ικανοποιημένοι με τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που κατέλαβαν στον βαλκανικό χώρο και διεκδικούσαν από τους συμμάχους τους επιπλέον εδάφη στη Μακεδονία και κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Όταν αποφάσισαν την επίθεση, οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, υλοποιώντας στρατηγικό πολιτικό σχέδιο να μη χρεωθεί η αρχή της επίθεσης στην Ελλάδα, προχώρησαν στην αρχή σε οργανωμένη οπισθοχώρηση και αναμονή λίγων ημερών και μετά σε αντεπίθεση, που κατέληξε στην απελευθέρωση των Σερρών και γενικότερα της Αν. Μακεδονίας.
Την ημέρα της έναρξης του Β΄ Βαλκανικού πολέμου στις 16-6-1913 ο Δημοσθένης Φλωριάς, (που διετέλεσε οργανωτής στο ελληνικό προξενείο Σερρών του Μακεδονικού αγώνα στο Νομό Σερρών και αργότερα βουλευτής Σερρών), ήταν διοικητής του 1ου τάγματος του 20ου Συντάγματος Πεζικού, στην περιοχή της Αμφίπολης και αντιμετώπισε τις βουλγαρικά στρατεύματα. Αμέσως μετά τις επιθέσεις των Βουλγάρων, στις 20 Ιουνίου 1913, έστειλε αναφορά στη στρατιωτική διοίκηση που υπαγόταν το τάγμα του δηλ. στην 7η Μεραρχία Πεζικού με διοικητή τον Ναπολέοντα Σωτήλη.
Το κείμενο της αναφοράς αυτής έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία για την περιοχή των Σερρών, διότι περιγράφει την πρώτη πολεμική σύγκρουση της 7ης Μεραρχίας πεζικού κατά την έναρξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και τη διάσωση εκατοντάδων προσφύγων από την περιοχή της Αμφίπολης και του Παγγαίου μέσω της πασσαλόπηκτης γέφυρας του Στρυμόνα [Σημ.1] στο Τσάγεζι (σημερινή περιοχή Νέων Κερδυλλίων – Αμφίπολης).
Η αναφορά αυτή κατέληξε στο αρχείο του διοικητή της 7ης Μεραρχίας υποστράτηγου Ναπ. Σωτήλη, που αργότερα στις 28 Ιουνίου 1913 εισέρχονταν στις πυρπολημένες Σέρρες και διακήρυξε την απελευθέρωσή της.
Το αρχείο του Σωτήλη μετά το θάνατό του περιήλθε στην εγγονή του, διεθνώς γνωστή εικαστικό συνεργάτιδα του GiorgiodeChirico, Λίζα Σωτήλη και αυτή με τη σειρά της το παρέδωσε για αξιοποίησή του στον Σερραίο εικαστικό Βασίλειο Βαφειάδη.
Από το αρχείο αυτό είναι και η παρακάτω επίσημη αναφορά του Δ. Φλωριά για τη μάχη του Τσάγεζι (Αμφίπολης) της 17ης Ιουνίου 1913:

«20ον Σύνταγμα Πεζικού – 1ον Τάγμα
Μάχη Τσάγεζι (Πασσαλόπηκτος Γέφυρα Στρυμώνος)
17 Ιουνίου 1913
Την εσπέραν της 16ης Ιουνίου, τηλεγραφήματα των διοικούντων τα Τάγματα προκαλύψεως Προβίστης ταγματάρχου Γρηγοράκη και κοιλάδος Παγγαίου – Συμβόλου λοχαγού Γαργαλίδου, ανήγγειλον εις τον διοικητήν της ειδικής εφεδρείας εν Τσάγεζιαντισυνταγματάρχην του πυροβ. Λ. Βάλβην, ότι τα υπ’ αυτούς Τάγματα της προκαλύψεως προσεβλήθησαν υπό των Βουλγαρικών στρατευμάτων και ήρξαντο υποχωρούντα βραδέως.
Άμα τη ειδήσει ταύτη, διετάχθην παρά του διοικητού μου, αντισυνταγματάρχου κυρίου Δημ. Γιαννοπούλου, όπως με το τάγμα μου καταλάβω τα οχυρώματα τα από Καρακόλι Τσάγεζι μέχρι της Γέφυρας του Στρυμώνος και βορείως αυτής, επί της δεξιάς όχθης, τα οποία ως και τινα εικονικά, είχονανορύξη τη διαταγή μου, οι άνδρες του υπ’ εμέ τάγματος, άπαντα ορθίωςπυροβολούντος άνευ προπετασμάτων.
Εκάλεσα αμέσως τους διοικητάς των Λόχων και της διμοιρίας των πολυβόλων και τους Αξιωματικούς αυτών και αφ’ ου ανεκοίνωσααυτοίς την ην έλαβονδιαταγήν και ανέπτυξα την αποστολήν ημών, διέταξα όπως έκαστος λόχος καταλάβη την 2.30΄ της πρωίας της επιούσης τα δι’ αυτόν εκ των προτέρων ωρισμένα οχυρώματα, ως και η διμοιρία των πολυβόλων τα δι’ αυτήν προωρισμένα και κατά τον άξονα της γέφυρας ανωρυγμένα οχυρώματα και σκέπαστρα. Όντως την 2.30΄ της πρωίας της 17ης Ιουνίου το υπ’ εμέ τάγμα είχε ταχθή εις τα οχυρώματα και η μεν διμοιρία των πολυβόλων ετάχθη έναντι της πασσαλοπήκτου γεφύρας κατά τον άξονα αυτής, δεξιά των πολυβόλων εις ουλαμός του 1ου Λόχου υπό τον λοχαγόν Δ. Ζωιτόπουλον και ο τέταρτος Λόχος υπό τον έφεδρονανθυπολοχαγόν Σ. Σανόπουλον, αριστερά δε ο έτερος ουλαμός του 1ου λόχου υπό τον έφεδρονανθυπολ. Σπυρ. Βενεζάκον και ο 2ος Λόχος υπό τον υπολοχ. Σπ. Καφετζόπουλον, ενώ όπισθεν αντεσκοπευόμενος, ο υπό τον λοχαγόν Π. Καλαμπόκαν 3ος Λόχος διά τους ελιγμούς.
Την πρωίαν της 17ης Ιουνίου, τμήματα τινα των ταγμάτων προκαλύψεως υπολειφθέντα, εθεάθησαν υποχωρούντα εκ της κοιλάδος Παγγαίου – Συμβόλου, ενώ συγχρόνως τμήματα εχθρικού πεζικού από των υψωμάτων Αμφιπόλεως προς τον ποταμόν κατερχόμενα, καθώς και ιππείς Βούλγαροι εκ της κοιλάδος προελαύνοντες, απεπειρώντο όπως εμποδίσωσιν εις τα ημέτερα τμήματα την διά της πασσαλοπήκτου γεφύρας του Στρυμώνοςδιάβασιν αυτών, καθώς και εις μέγα πλήθος ομογενών μετά χιλιάδων κτηνών επιθυμούντων και τούτων να διαπεραιωθώσιν εις την απέναντι όχθην όπως αποφύγωσι την Βουλγαρικήνθηριωδίαν.
Το υπ’ εμέ στράτευμα άριστα ωχυρωμένον και εντελώς αθέατον, ήρξατο τότε βάλλον κατά του εχθρού διά ταχέων πυρών και εξηνάγκασαν αυτόν να ανακόψη την προς την γέφυρανπροέλασίν του, ενώ ιππείς τινες Βούλγαροι εύρισκον τον θάνατον από τα βλήματα των στρατιωτών μου. Τα τμήματα των ταγμάτων προκαλύψεως ούτω διά ταχέων και αποτελεσματικών πυρών προστατευόμενα, διήλθον την γέφυραν άπαντα και μετά ταύτα ήρξατο η διέλευσις των προσφύγων και αγελών αυτών υπό την προστασίαν των οχυρωμένων λόχων μου και δύο διμοιριών υπό τον έφεδρ. Ανθυπολ. Γεώρ.Βασιλάκον του 3ου Λόχου, αίτινες εστάλησαν πέραν του ποταμού, επί της αριστεράς όχθης όπως αναχαιτίσωσι την πρόοδον τμήματος εχθρικού στρατού κατερχομένου από των υψωμάτων της Αμφιπόλεως. Η παρουσία των διμοιριών τούτων αφ’ ενός και τα εύστοχα των λόχων μου πυρά αφ’ ετέρου, ηνάγκασαν το εχθρικόν τούτο τμήμα να σταματήση και καλυφθή όπισθεν θέσεως οχυράς αφ’ ης έβαλλε κατά των διμοιριών μου. Προστατευόμενοι τοιουτοτρόπως οι πρόσφυγες υπό του στρατεύματός μου και του πυροβολικού αρξαμένου και τούτου βάλλοντος κατά την μεσημβρίαν περίπου από των υψωμάτων Κρουσόβου, ενώ το εχθρικόνέβαλλεν από των υψωμάτων Αμφιπόλεως, διεπεραιώθησαν άπαντες και τα ποίμνια αυτών επί της δεξιάς όχθης του Στρυμώνος ευγνωμονούντες.
Μετά την διάβασιν των προσφύγων ο αγών εξηκολούθησεν εφ’ όλην την ημέραν του εχθρού αποπειρωμένου να συγκεντρωθή έναντι της πασσαλοπήκτου γεφύρας (η ετέρα λεμβόζευκτος γέφυρα επυρπολήθη παρά του 2ου Τάγματος το λυκαυγές της 17ης) ημών δε λυσσωδώς αποκρουόντων τας αποπείρας αυτών, ότε περί την δύσιν του ηλίου εδόθη η διαταγή της πυρπολήσεως της γεφύρας. Πάραυτα διέταξα την διμοιρίαν των πολυβόλων και τους εκατέρωθεν ταύτης λόχους μου όπως διά ταχυτάτων αδιαλείπτων πυρών, προστατεύσωσι την διμοιρίαν του μηχανικού μέλλουσαν να πυρπολήση την γέφυραν. Πράγματι την 7ηνμ.μ. τα πολυβόλα και οι λόχοι ανεχαίτισανπυκνάςγραμμάς ακροβολιστών επιχειρούσας να ματαιώσωσι την πυρπόλησιν της γεφύρας.
Μετ’ ολίγον τας εκ της πυρπολήσεως φλόγας και μεγάλαςτολύπας καπνού διεδέχθη σιγή.
Η μάχη Τσάγεζι συνέπεσε με την επίσημονκήρυξιν του πολέμου. Κατά την πρώτην δε ταύτηνμάχην καθ’ ην τα ελληνικά όπλα εστέφθησαν υπό πλήρους επιτυχίας, ο εχθρός έσχεπολλάςαπωλείας, ως εξάγεται εκ των πτωμάτων άτιναέρριψεν εις τον ποταμόν και του πλήθους των τραυματιών ους μετεκόμισεν εις Δράμαν.
Εν Τσάγεζι τη 20η Ιουνίου 1913
Δ. Φλωριάς».
Σημ. 1: Είναι εντυπωσιακό ότι στον ίδιο περίπου χώρο που ο ελληνικός στρατός κατασκεύασε την πασσαλόπηκτη γέφυρα υπήρχε επίσης αρχαία πασσαλόπηκτη γέφυρα από τον 5ο αι. π.Χ. Υπολείμματα πασσάλων και κορμών δένδρων της βάσης της αρχαίας γέφυρας ανακάλυψε τον Σεπτέμβριο του 1978 ο αρχαιολόγος Δημήτριος Λαζαρίδης. Την αρχαία αυτή γέφυρα ανέφερε ο Θουκυδίδης περιγράφοντας την πορεία του Σπαρτιάτη στρατηγού Βρασίδα προς την Αμφίπολη το 424 π.Χ. και την κατάληψή της απ’ αυτόν.

